απολακτισμός

ἀπολακτισμός, ο (AM)
μσν.
περιφρόνηση, παράβαση (του όρκου)
αρχ.
1. το διώξιμο με κλοτσιές
2. ιατρ. είδος αιμορραγίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπολακτισμοί — ἀπολακτισμός a kicking off masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολακτισμούς — ἀπολακτισμός a kicking off masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολακτισμόν — ἀπολακτισμός a kicking off masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ισμός — (ΑΜ ισμός) παρεκτεταμένος τ. τής κατάλ. μός, η οποία σχηματίζει μεταρρηματικά παρ. (πρβλ. πνιγ μός < πνίγ ω, συρ μός < σύρ ω) από το θ. σε ισ τού αορ. τών ρ. σε ίζω (πρβλ. εξ ε φόβ ισ α < εκ φοβ ισ μός, χώρ ισ α > χωρ ισ μός). Η κατάλ …   Dictionary of Greek

  • κἀπολακτισμοί — ἀπολακτισμοί , ἀπολακτισμός a kicking off masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.